Theseus

Πριν πολλά χρόνια, ένα ζευγάρι σανδάλια και ένα σπαθί βρίσκονταν κάτω από έναν βράχο στην περιοχή της Τροιζήνας. Αυτά πήρε ο Θησέας όταν ενηλικώθηκε για να πάει να συναντήσει για πρώτη φορά τον πατέρα του τον Αιγέα, που ήταν βασιλιάς της Αθήνας. Όταν έφτασε εκεί, ο πατέρας του τον αναγνώρισε από τον οπλισμό του και τον έσφιξε στην αγκαλιά του με μεγάλη χαρά. Την περίοδο εκείνη όμως οι Αθηναίοι έπρεπε να εκπληρώσουν μια θλιβερή υποχρέωση που σχετιζόταν με ένα γεγονός που είχε συμβεί πριν κάποια χρόνια. Ο γιος του βασιλιά της Κρήτης, του Μίνωα, είχε πάρει μέρος στα Παναθήναια και νίκησε σε κάποιους αγώνες. Οι Αθηναίοι από ζήλια τον σκότωσαν. Στη συνέχεια ο Μίνωας πολέμησε μαζί τους, τους νίκησε και τους υποχρέωσε κάθε χρόνο να στέλνουν στο νησί εφτά νέους και εφτά νέες, για να μπαίνουν μέσα σε έναν λαβύρινθο. Εκεί χάνονταν και καταβροχθίζονταν από ένα ανθρωποφάγο τέρας, τον Μινώταυρο, που ήταν μισός ταύρος και μισός άνθρωπος. Ο Θησέας αποφάσισε να είναι ένας από τους νέους που θα πήγαιναν στην Κρήτη. Ήθελε να σκοτώσει αυτό το αμείλικτο πλάσμα με τα ίδια του τα χέρια. Ο πατέρας του τον αποχαιρέτησε λυπημένος και τον προέτρεψε στην επιστροφή τους να βάλουν άσπρα πανιά στο πλοίο τους, αν η αποστολή τους ήταν επιτυχής. Σε αντίθετη περίπτωση τα πανιά να συνέχιζαν να είναι μαύρα, όπως τη στιγμή που ξεκινούσαν για το ταξίδι. Στην Κρήτη ο Θησέας γνώριστηκε με την κόρη του βασιλιά Μίνωα, την Αριάδνη και οι δύο τους ερωτεύτηκαν κεραυνοβόλα. Η Αριάδνη έδωσε στον Θησέα ένα μεγάλο κουβάρι με κλωστή για να να δέσει την άκρη του στην είσοδο του λαβύρινθου, να το ξετυλίγει και έτσι να μπορέσει να βρει την έξοδο μετά. Ο θαρραλέος νέος βρήκε τον Μινώταυρο, πάλεψε μαζί του και τον νίκησε. Ακολούθησε την κλωστή και βγήκε από τον δαιδαλώδη λαβύρινθο. Χαρούμενοι οι Αθηναίοι, έχοντας πλέον μαζί τους και την Αριάδνη, πήραν τον δρόμο της επιστροφής, ξεχνώντας όμως να αλλάξουν τα πανιά του πλοίου από μαύρα σε άσπρα. Δυστυχώς, ο Αιγέας, που είδε από μακριά το πλοίο να πλησιάζει, νόμιζε πως ο γιος του είχε σκοτωθεί. Από τη μεγάλη του στεναχώρια έπεσε στη θάλασσα, πνίγηκε και από τότε η θάλασσα αυτή ονομάστηκε Αιγαίο πέλαγος.

Κείμενο: Αλέξανδρος Μιχαήλ