Prometheus

Μεγάλη μοναξιά ένιωθαν οι θεοί στον Όλυμπο και μία μέρα, εκεί που έτρωγαν και έπιναν, αποφάσισαν να γίνουν λίγο πιο δημιουργικοί. Φόρεσαν τα ρούχα της δουλειάς, πήραν φωτιά και χώμα και έφτιαξαν τα ζώα και τους ανθρώπους. Μετά, ανέθεσαν στον Τιτάνα Επιμηθέα να δώσει χαρίσματα στα δημιουργήματά τους. Αυτός προίκισε όλα τα ζώα με πλήθος από προσόντα όπως δύναμη, ταχύτητα, τρίχωμα, φτερά και νύχια, αλλά όταν έφτασε η ώρα των ανθρώπων, δεν είχε μείνει απολύτως τίποτα για να τους δώσει. Βλέποντας τους ανθρώπους γυμνούς και απροστάτευτους, ανίκανους να επιβιώσουν, ο αδελφός του Επιμηθέα, ο Προμηθέας, από τη μεγάλη του αγάπη για αυτούς, πήρε μια γενναία απόφαση. Πήγε κρυφά στο εργαστήρι του Ηφαίστου και έκλεψε τη φωτιά, που μέχρι εκείνη τη στιγμή την είχαν μόνο οι θεοί. Την παρέδωσε στους ανθρώπους και τους έμαθε να τη χρησιμοποιούν και να φτιάχνουν εργαλεία. Τους δίδαξε μαθηματικά, αστρονομία, φαρμακευτική, πώς να κατασκευάζουν σπίτια και καράβια και πώς να βγάζουν μεταλλεύματα από τη γη. Ακόμη, τους είπε πως αν ήθελαν να έχουν τους θεούς με το μέρος τους θα έπρεπε να κάνουν θυσίες σε αυτούς. Εκείνος όμως δεν κατάφερε να τα έχει καλά με τους θεούς, αφού ο Δίας θύμωσε πάρα πολύ μαζί του για την κλοπή και διέταξε να τον δέσουν με γερές αλυσίδες σε μία κορυφή του Καυκάσου. Επί τριάντα χρόνια, κάθε μέρα σε συγκεκριμένη ώρα ο αρχηγός των θεών έστελνε έναν αετό να τρώει το συκώτι του δύστυχου Τιτάνα, το οποίο καθημερινά γιατρευόταν και ξαναγινόταν τροφή για το πτηνό. Το μαρτύριο έμοιαζε να είναι ατέλειωτο μέχρι τη στιγμή που πέρασε από το σημείο ο φημισμένος Ηρακλής. Έμεινε έκπληκτος από το θέαμα που αντίκρισε, λυπήθηκε και ελευθέρωσε τον Προμηθέα από τα δεσμά του, ενώ στο τέλος της ζωής του ο Προμηθέας δέχτηκε ένα ανέλπιστο δώρο. Ο Κένταυρος Χείρωνας, ζήτησε από τον Δία να γίνει θνητός επειδή δεν άντεχε τον πόνο από το δηλητηριασμένο βέλος με το οποίο τον είχε χτυπήσει ο Ηρακλής. Έτσι, ο Δίας πήρε την αθανασία από τον Κένταυρο, την έδωσε στον Προμηθέα και τον υποδέχτηκε στον Όλυμπο για να κατοικήσει για πάντα μαζί με τους υπόλοιπους θεούς.

Κείμενο: Αλέξανδρος Μιχαήλ