Pan

Ένα περίεργο πλάσμα γεννήθηκε πριν από πάρα πολλά χρόνια σε ένα δάσος αλλά και μέσα στη φαντασία των ανθρώπων. Μισός άνθρωπος και μισός τράγος, με κέρατα στο κεφάλι και μυτερά αυτιά ο Πάνας, που το όνομά του σχετίζεται και με τη λέξη “πανικός”, δεν άρεσε ιδιαίτερα στη μητέρα του, η οποία τον εγκατέλειψε αμέσως μόλις τον γέννησε. Για καλή του τύχη περιμαζεύτηκε από τον θεό Ερμή και μεταφέρθηκε στον Όλυμπο, όπου βρήκε την αποδοχή από τους υπόλοιπους θεούς. Από εκεί κι έπειτα μεγάλωσε μέσα στη φύση. Οι σπηλιές ήταν το σπίτι του, στα βουνά έτρεχε και έπαιζε, κάτω από τη σκιά των δέντρων ξεκουραζόταν και από τα νερά των ποταμών έπινε γάργαρο νερό. Συνήθιζε να βόσκει πρόβατα και έγινε ειδικός στο κυνήγι. Γι’ αυτό και η Άρτεμις, όταν χρειάστηκε να προμηθευτεί κάποια κυνηγόσκυλα, ζήτησε τη συμβουλή του. Όμως η θεά του κυνηγιού δεν ήταν η μόνη που βοηθήθηκε από τον Πάνα. Ο θεός Απόλλωνας επίσης έμαθε από αυτόν την μαντική τέχνη. Η πιο δυνατή σχέση που ανέπτυξε ο δύσμορφος θεός όμως ήταν με τον Διόνυσο. Από τότε που γνωρίστηκαν και έγιναν φίλοι δεν άφηναν γλέντι για γλέντι. Μαζί διασκέδαζαν, έπιναν κρασί και γελούσαν μέχρι το πρωί. Μια μέρα που ξεκουραζόταν από κάποιο γλέντι του ο Πάνας είδε μια όμορφη Νύμφη, τη Σύριγγα και την ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα. Εκείνη όμως δεν ήθελε ούτε να τον δει στα μάτια της και έτρεξε να κρυφτεί για να τον αποφύγει. Ο Πάνας την κυνήγησε για να την κάνει δικιά του, μα μόλις κατάφερε να πιάσει την άκρη των μαλλιών της εκείνη μεταμορφώθηκε σε καλαμιά και η παλάμη του γέμισε με κομμάτια από καλάμια. Απαρηγόρητος ο Πάνας πήρε τα καλάμια, έφτιαξε έναν αυλό και με αυτόν έπαιζε μουσική κάθε φορά που ένιωθε μοναξιά. Και τότε συνέβαινε κάτι θαυμαστό. Από το πουθενά εμφανίζονταν οι Νύμφες και χόρευαν κυκλικά υπό τους ήχους αυτής της μουσικής. Έτσι αυτός ο παραμελημένος θεός μπορούσε να βρίσκει συντροφιά, να μην αισθάνεται μόνος και να ζωγραφίζεται και πάλι το χαμόγελο στα χείλη του.

Κείμενο: Αλέξανδρος Μιχαήλ