Hephaestus

«Τι; Πώς; Δεν είναι δυνατόν! Πόσο παραμορφωμένο μωρό είναι αυτό!» φώναξε έντρομη η Ήρα, όταν της έφεραν να κρατήσει στην αγκαλιά της το τελευταίο της παιδί, τον νεογέννητο Ήφαιστο. Η άκαρδη μητέρα ντράπηκε για την άσχημη όψη του ίδιου της του παιδιού και χωρίς να το σκεφτεί το πέταξε από τον Όλυμπο κάτω στη θάλασσα. Από την πτώση, ο μικρός θεός έσπασε το ένα του πόδι και για όλη την υπόλοιπη ζωή του ήταν αναγκασμένος να κουτσαίνει και να θυμάται τη σκληρή στάση της μητέρας του. Παρ’ όλα αυτά, έγινε ο θεός τη φωτιάς και της μεταλλουργίας και έστησε το πρώτο του εργαστήριο στο βυθό της θάλασσας, φτιάχνοντας εκπληκτικά μεταλλικά αντικείμενα που συχνά τα δώριζε σε θεούς και ανθρώπους. Ένα τέτοιο δώρο ετοίμασε μια μέρα για τη γιορτή της Ήρας και το πήγε στο ιερό βουνό. Επρόκειτο για έναν υπέρλαμπρο θρόνο από αληθινό χρυσάφι με σκαλισμένες πάνω του τις μορφές των ολύμπιων θεών. To δώρο θάμπωσε τη βασίλισσα του Ολύμπου και την έκανε με χαρά να σπεύσει να καθίσει πάνω του. Αφού απόλαυσε την άνεση και την πολυτέλεια που της νέας της θέσης, η Ήρα προσπάθησε να σηκωθεί από αυτήν, αλλά κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο. Κάτι την κρατούσε δεμένη εκεί. «Εγώ μάγεψα τον θρόνο, μητέρα. Είναι η τιμωρία σου γιατί μου συμπεριφέρθηκες άδικα, όταν γεννήθηκα.» φώναξε πικραμένος ο Ήφαιστος και πήγε να φύγει από το παλάτι. Όλοι οι θεοί έτρεξαν ξοπίσω του και τον παρακαλούσαν να συγχωρέσει την Ήρα και να λύσει τα μάγια. Μάταια όμως. Ο νεότερος όλων των θεών δεν άλλαζε γνώμη και έφυγε για το αγαπημένο του νησί, τη Λήμνο. Εκεί τον επισκέφθηκε ο Διόνυσος, που με τα γνωστά του τεχνάσματα κατάφερε να τον μεθύσει και να τον πείσει να επιστρέψει στον Όλυμπο. Όμως, όταν ο Ήφαιστος έφτασε μπροστά στους γονείς του, ανακοίνωσε πως ο μόνος τρόπος για να ελευθερώσει τη μητέρα του ήταν να του δώσουν για γυναίκα του την Αφροδίτη, την πιο όμορφη από όλες τις θεές. Μη μπορώντας να κάνει αλλιώς, ο Δίας εκπλήρωσε την επιθυμία του γιου του. Έτσι, η Ήρα απελευθερώθηκε από τα δεσμά της και ο Ήφαιστος με την Αφροδίτη έγιναν ένα από τα πιο αναπάντεχα ζευγάρια στην ελληνική μυθολογία.

Κείμενο: Αλέξανδρος Μιχαήλ