Hermes

Κουρασμένη από τις δουλειές του σπιτιού, η μητέρα του θεού Ερμή, η Μαία, βγήκε για λίγο στην αυλή για να την φυσήξει ο καθαρός αέρας. Κάθισε κάτω από τη σκιά ενός δέντρου και αγνάντευε ήρεμη τον γαλανό ουρανό, ώσπου ξαφνικά ακούστηκε πίσω της μια απαλή μουσική που συνοδευόταν από ένα γέλιο μωρού. Ήταν ο νεογέννητος γιος της που είχε βγει από την κούνια του και κρατούσε στα απαλά του χεράκια ένα περίεργο αντικείμενο. Η Μαία πλησίασε και είδε πως αυτό ήταν μια λύρα, φτιαγμένη από καύκαλο χελώνας και έντερα προβάτου για χορδές. Αμέσως κατάλαβε πως ο μικρός Ερμής το είχε φτιάξει μόνος του όση ώρα η ίδια ξεκουραζόταν έξω από το σπίτι. Από τότε τα απίστευτα περιστατικά με πρωταγωνιστή αυτόν τον πονηρό θεό δεν είχαν τελειωμό. Μια μέρα, ενώ έψαχνε στα λιβάδια της Πιερίας να βρει τροφή, είδε από μακριά τα πενήντα βόδια του θεού Απόλλωνα να βόσκουν αμέριμνα κάτω από τον καυτό ήλιο. Χωρίς να χάσει καιρό τα πλησίασε και τα έκλεψε. Όταν ο θεός της θάλασσας έμαθε τι είχε συμβεί, θύμωσε τόσο πολύ που παραλίγο να σπάσει την πολύτιμη τρίαινά του. Βλέποντας ο Δίας ότι οι δύο θεοί θα μάλωναν πολύ άσχημα μεταξύ τους, αποφάσισε να τους μονοιάσει. Τους κάλεσε λοιπόν στον Όλυμπο για να συζητήσουν. Ο Απόλλωνας ήταν ανένδοτος. Δεν ήθελε να ακούσει λέξη από τον θρασύτατο κλέφτη. Ο Ερμής όμως, αντί να μιλήσει, πήρε τη λύρα του και έπαιξε έναν μελωδικό σκοπό που έκανε τον Απόλλωνα να μαγευτεί, να ηρεμήσει και να του χαρίσει τα βόδια που είχε κλέψει. Ο Δίας θαύμασε την εξυπνάδα και την πονηριά του Ερμή και σκέφτηκε ότι θα του ήταν πολύ χρήσιμος. Του έδωσε λοιπόν μία ράβδο με φτερά που είχε φίδια τυλιγμένα γύρω της, φτερωτά σανδάλια που του έδιναν τη δυνατότητα να πετάει και τον ανακήρυξε αγγελιαφόρο των θεών, αναθέτοντάς του τις πιο σημαντικές και απόρρητες αποστολές. Στη συνέχεια, ο Ερμής επιλέχθηκε από τον Πλούτωνα για να γίνει οδηγός των ψυχών στον Άδη και έτσι έγινε γνωστός ως ο θεός που μπορούσε με την ίδια ευκολία να τριγυρνά στον Ουρανό, τη Γη και τον Κάτω Κόσμο.

Κείμενο: Αλέξανδρος Μιχαήλ