Dionysus

Ο Διόνυσος είναι ο μοναδικός θεός της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας που γεννήθηκε όχι μία, αλλά δύο φορές. Η μητέρα του, Σέμελη, όταν ήταν ακόμη έγκυος, ζήτησε από τον πατέρα του, Δία, να εμφανιστεί μπροστά της με όλη του τη δόξα. Ο Δίας την προειδοποίησε πως κάτι τέτοιο θα ήταν πολύ επικίνδυνο. Αυτή επέμεινε και ο βασιλιάς των θεών έδειξε όλη του τη δύναμη, εκπέμποντας τόσο έντονο φως, που η άτυχη γυναίκα έχασε τη ζωή της. Τότε, ο Δίας πήρε το έξι μηνών βρέφος, το έραψε στον μηρό του και σε εννιά μήνες ο Διόνυσος ξαναγεννήθηκε και έγινε ο αγαπημένος θεών και ανθρώπων. Από τον πατέρα του έμαθε πώς να καλλιεργεί αμπέλια και να παράγει κρασί. Αυτή την τέχνη τη δίδαξε και στους ανθρώπους. Του άρεσε να τριγυρνά από τόπο σε τόπο και να γλεντάει μαζί με τον κόσμο. Λόγω της μεγάλης του φήμης, διοργανώνονταν προς τιμή  του τα Μικρά και τα Μεγάλα Διονύσια, δύο γιορτές που περιελάμβαναν αθλητικούς αγώνες και μουσικοχορευτικά γλέντια με φαγητό και ποτό. Μια μέρα όμως, η ζωή επεφύλασσε στον Διόνυσο μια δυσάρεστη έκπληξη. Στο δρόμο του για τη Νάξο ζήτησε από κάποιους πειρατές να τον μεταφέρουν με το πλοίο τους. Έτσι και έγινε. Καθώς έπλεαν όμως, οι αδίστακτοι άντρες θεώρησαν πως ο νεαρός ήταν αρχοντόπουλο και πως θα μπορούσαν να βγάλουν πολλά χρήματα αν τον πουλούσαν ως σκλάβο. Έτσι, αποφάσισαν να κατευθυνθούν προς την Ασία. Για κακή τους τύχη, ο Διόνυσος αντιλήφθηκε τα σκοτεινά τους σχέδια και, ως θεός που ήταν, σκέπασε όλο το πειρατικό καράβι με ένα τεράστιο κλήμα, ενώ ο ίδιος μεταμορφώθηκε σε λιοντάρι. Την ίδια στιγμή, το καράβι γέμισε από κρασί που έρεε και ζάλιζε τους πειρατές. Όλοι οι άντρες έπεσαν στη θάλασσα για να γλυτώσουν και μόλις τους τύλιξαν τα αλμυρά νερά, μεταμορφώθηκαν σε δελφίνια. Μάλιστα λένε πως τα δελφίνια είναι εκείνοι οι πειρατές που μετάνιωσαν γα την πράξη τους και γι’ αυτό συμπεριφέρονται πάντα πολύ φιλικά στους ανθρώπους που κάνουν θαλάσσια ταξίδια. Από εκείνο το περιστατικό και έπειτα, ο θεός του κρασιού και της διασκέδασης ανέβηκε στον Όλυμπο οριστικά και έζησε μαζί με τους υπόλοιπους θεούς ήρεμος και χαρούμενος.

Κείμενο: Αλέξανδρος Μιχαήλ