Zeus

Ποιος είδε τον Κρόνο και δεν τον φοβήθηκε! Κάθε φορά που η γυναίκα του, η Ρέα, γεννούσε ένα παιδί τους, εκείνος το καταβρόχθιζε αμάσητο. Μάταια η σύζυγός του τον παρακαλούσε να μην το κάνει. Εκείνος φοβόταν έναν χρησμό που έλεγε πως ένας από τους απογόνους του θα του έπαιρνε τον θρόνο και θα γινόταν άρχοντας του κόσμου. Είδε και απόειδε η δύστυχη Ρέα και αποφάσισε να ταξιδέψει στην Κρήτη για να γεννήσει εκεί το έκτο τους παιδί. Όταν επέστρεψε στο σπιτικό τους, αντί για μωρό, έδωσε στον άντρα της να φάει μια πέτρα τυλιγμένη με πανιά. Για καλή της τύχη, παρά το δύσπεπτο γεύμα, ο Κρόνος ξεγελάστηκε και έμεινε ήσυχος πως όλα ήταν υπό έλεγχο. Την ίδια στιγμή όμως, ο μικρός Δίας μεγάλωνε χαρούμενος και ξένοιαστος. Χάρη στη φροντίδα που έλαβε από τις Νύμφες και με τη βοήθεια του δυναμωτικού γάλακτος που έπινε από μια κατσίκα, την Αμάλθεια, έγινε ολόκληρος άντρας. Όπως ήταν φυσικό λοιπόν, όταν έμαθε την αλήθεια για τον πατέρα του, πήρε τον δρόμο για το πατρικό του με σκοπό να φέρει ξανά στη ζωή τα αδέλφια του και να γίνει ο αρχηγός των θεών και των ανθρώπων. Και τα κατάφερε, αλλά οι μάχες δεν σταμάτησαν εκεί. Στη συνέχεια, απελευθέρωσε τους Κύκλωπες από τα Τάρταρα και εκείνοι του έδωσαν ως ανταμοιβή τον κεραυνό, ένα πανίσχυρο όπλο, που αποτέλεσε ένα από τα σύμβολά του. Με τη βοήθεια του κεραυνού, αλλά και με τη συμβολή των υπόλοιπων θεών πάλεψε με τους Τιτάνες και τους Γίγαντες, κερδίζοντας κάθε μάχη. Σαν περήφανος αετός, που ήταν και το δεύτερο σύμβολό του, έγινε ο ρυθμιστής του ουρανού και ο πιο δυνατός από τους δώδεκα θεούς του Ολύμπου. Παντρεύτηκε την Ήρα και μαζί απέκτησαν πέντε παιδιά, ενώ ο ίδιος υπήρξε πατέρας πολλών ακόμη παιδιών με άλλες θεές και θνητές. Οι ξένοι τον είχαν για προστάτη και γι΄αυτό του δόθηκε ο χαρακτηρισμός «Ξένιος Ζεύς», γεγονός που τον έκανε προστάτη της φιλοξενίας. Ο άνεμος, τα σύννεφα, η βροχή και όλα τα καιρικά φαινόμενα υπάκουαν σε αυτόν. Μέσα από πολλές περιπέτειες και ανδραγαθήματα, ο Δίας κατάφερε να ανακηρύχθεί ο πρώτος των θεών, ο ισχυρός άρχοντας του κόσμου, που όλοι τον έτρεμαν και τον σέβονταν.

Κείμενο: Αλέξανδρος Μιχαήλ