Atlas

Αν μας ρωτήσει κάποιος πώς είναι ο κόσμος που μας περιβάλλει, τότε στο μυαλό μας θα φέρουμε έναν σφαιρικό γαλαζοπράσινο πλανήτη και γύρω από αυτόν πλήθος άλλων πλανητών και αστεριών. Οι αρχαίοι Έλληνες όμως, πίστευαν ότι ο κόσμος είναι ένα πολύ μεγάλο κτίριο με θεμέλια, κολόνες και οροφή. Αυτό το κτίριο του κόσμου έλεγαν πως στηρίζεται στους ώμους ενός πολύ δυνατού άντρα, που τον έλεγαν Άτλαντα. Το όνομά του σήμαινε “σταθερός”, “ανθεκτικός”, “αυτός που υπομένει τα πάντα”. Όμως, η απόφαση να κουράζεται και να ταλαιπωρείται δεν ήταν δική του. Ο Δίας ήταν αυτός που του ανέθεσε τη δύσκολη αυτή αποστολή ως τιμωρία, επειδή κατά τη διάρκεια της Τιτανομαχίας ο Άτλαντας δεν πήρε το μέρος των θεών, αλλά των Τιτάνων. Έτσι, με το βαρύ φορτίο στους ώμους του, ο γιος του Ιαπετού και της Ωκεανίδας Κλυμένης, στεκόταν υπομονετικά για χρόνια ολόκληρα στην κορυφή ενός βουνού της Αφρικής. Από εκεί πέρασε κάποτε ο φημισμένος Ηρακλής, γιατί ταξίδευε προς τη χώρα των Εσπερίδων, προκειμένου να πάρει τα χρυσά τους μήλα και να τα παραδώσει στον ξάδελφό του, τον Ευρυσθέα. Ο Άτλαντας προσφέρθηκε να πάει ο ίδιος και να εκτελέσει αυτόν τον απαιτητικό άθλο, με την προϋπόθεση ο ουράνιος θόλος να μείνει για λίγο στους ώμους του Ηρακλή. Έτσι και έγινε. Όταν όμως ο Άτλαντας επέστρεψε στο βουνό, κουβαλώντας τα χρυσά μήλα, δεν ήθελε να κρατήσει και πάλι αυτό το τεράστιο βάρος. «Εντάξει. Σύμφωνοι.» του είπε ο Ηρακλής. «Βοήθησέ με όμως, σε παρακαλώ, να μπορέσω να σταθώ πιο σωστά, για να κρατήσω τον κόσμο κάπως καλύτερα». Ο Άτλαντας άφησε τον σάκο με τα πολύτιμα φρούτα και έκανε αυτό που του ζήτησε ο ρωμαλέος ήρωας. Τότε όμως, ο έξυπνος Ηρακλής έσπρωξε όλο το βάρος και πάλι στους ώμους του Άτλαντα, αφήνοντάς τον και πάλι στην ίδια θέση στην οποία τον βρήκε. Για να είμαστε δίκαιοι όμως, αυτός ο άτυχος άντρας δεν φημιζόταν μόνο για την αιώνια καταδίκη του. Ήταν γνωστός σε όλο τον αρχαίο κόσμο για τις πολλές του γνώσεις σχετικά με τα μυστικά του ουρανού και της θάλασσας και θεωρείται ο πρώτος αστρονόμος που υπήρξε, δίνοντας μάλιστα στον Ατλαντικό ωκεανό το όνομά του.

Κείμενο: Αλέξανδρος Μιχαήλ