Artemis

Αρχές του Τρωικού πολέμου. Τα πλοία των Αχαιών είναι ακινητοποιημένα. Δεν μπορούν να βγουν στη θάλασσα γιατί για μέρες δεν πνέει ούρειος άνεμος. Οι στρατιώτες, με αρχηγό τον Αγαμέμνονα, είναι απαρηγόρητοι. Πώς θα ξεκινήσουν για το μακρύ και δύσκολο ταξίδι τους χωρίς τη βοήθεια των ανέμων; Μα, έρχεται η πληροφορία από τον μάντη Κάλχα. Εκείνη που κρατά τους ανέμους και δεν τους αφήνει να φυσήξουν είναι η Άρτεμις, η θεά του κυνηγιού. Πριν από μερικά χρόνια, ο Αγαμέμνονας μπήκε κατά λάθος σε ένα άλσος της θεάς και σκότωσε ένα ιερό της ελάφι. Εξοργισμένη η θεά, η οποία τάσσεται με την πλευρά των Τρώων, δεν ξεχνά αυτό το περιστατικό και ενημερώνει πως θα δώσει τέλος στην άπνοια, μόνο αν ο αρχηγός των Αχαιών επανορθώσει για το μεγάλο του σφάλμα. Ζητά λοιπόν, κάτι πραγματικά απάνθρωπο. Ο Αγαμέμνονας πρέπει να θυσιάσει το πιο αγαπημένο του πρόσωπο, την κόρη του Ιφιγένεια. Τι δίλημμα για τον δυνατό άντρα! Να σκεφτεί το καλό του στρατού του ή να προτιμήσει να σώσει το σπλάχνο του; Με πόνο ψυχής αποφασίζει το πρώτο. Δακρύζοντας και με αργά βήματα, ο γενναίος αρχιστράτηγος οδηγεί τη νεαρή κοπέλα στο θυσιαστήριο. Όμως, την ώρα της θυσίας, ένα αόρατο χέρι αρπάζει την Ιφιγένεια και στη θέση της τοποθετεί ένα ελάφι. Είναι η Άρτεμις, που παίρνει κοντά της το κορίτσι και το χρίζει ιέρεια του ναού της στη χώρα των Ταύρων. Αυτό είναι μόνο ένα από τα πολλά περιστατικά που αποκαλύπτουν τον σκληρό και αδάμαστο χαρακτήρα της θεάς, η οποία από πολύ μικρή είχε δείξει τον δυναμισμό της. Βρέφος ήταν ακόμη, όταν βοήθησε τη μητέρα της Λητώ να γεννήσει τον δίδυμο αδελφό της, Απόλλωνα, και από τότε σπάνια επισκεπτόταν τον Όλυμπο. Συνήθιζε να τριγυρνά στα δάση και να κολυμπά στους ποταμούς, παρέα με τις όμορφες Νύμφες, που τους μάθαινε να προσέχουν και να σέβονται το περιβάλλον. Αγαπούσε ιδιαίτερα τα ελάφια και τις αρκούδες, αλλά όλα τα ζώα ανεξαιρέτως την υπάκουαν και ένιωθαν προστατευμένα κοντά της. Με το τόξο, τη φαρέτρα, το ελάφι και το μισοφέγγαρο ως σύμβολά της, η Άρτεμις ζούσε πάντα μια ζωή μοναχική αλλά απόλυτα αφιερωμένη στη φύση.

Κείμενο: Αλέξανδρος Μιχαήλ