Ares

Ένας μικρός περίπατος στην αρχαία Ελλάδα θα ήταν αρκετός για να διαπιστώσουμε ποιος ήταν ο πιο αντιπαθής θεός. Ο Άρης υπήρξε εκείνη η θεότητα, την οποία θεοί και άνθρωποι μισούσαν και για την οποία χτίστηκαν οι λιγότεροι ναοί στην αρχαιότητα. Και όχι άδικα. Γιατί ποιος άνθρωπος θα έμπαινε στη διαδικασία να αφιερώσει ναό σε έναν θεό που ο μόνος του σκοπός ήταν να πολεμάει και να σπέρνει το μίσος στις καρδιές των ανθρώπων;! Γιος του Δία και της Ήρας, πήρε το όνομά του από το «αίρειν» ή τη λέξη «αρά» που σημαίνει «βλάβη». Ήταν ο θεός των πολεμικών συγκρούσεων και μερικά από τα επίθετα που του είχαν προσδώσει ήταν «ανδροφόνος», «οπλοχαρής», «φιλαίματος» και «δακρυγόνος». Τα όπλα του ήταν χάλκικα, ενώ κρατούσε ως σύμβολα την ασπίδα και το δόρυ του. Συνήθως πολεμούσε πεζός, αλλά υπήρχαν και φορές που εμφανιζόταν πάνω σε άρμα, που το έσερναν τρομακτικά άλογα. Τα μακριά του μαλλιά ανέμιζαν, έβγαζε φλόγες από τα μάτια του και η βροντερή του φωνή τράνταζε τους τόπους από τους οποίους περνούσε. Συντρόφους του του είχε την αδελφή του Έριδα, που το όνομά της σήμαινε Διχόνοια, τη θεά του πολέμου Ενυώ και τους γιους του Φόβο και Δείμο. Μία φορά στη ζωή του όμως προσπάθησε να φερθεί δίκαια μέσα από τη σκληρότητά του. Ο Άρης είχε μια μονάκριβη κόρη, την Αλκίππη. Ένας γιος του Ποσειδώνα, ο Αλιρρόθιος, την ερωτεύτηκε παράφορα αλλά εκείνη δεν ήθελε να τον αγαπήσει. Τότε αυτός, τυφλωμένος από το πάθος του, της έκανε μεγάλο σωματικό κακό. Μόλις ο Άρης έμαθε το γεγονός, σκότωσε τον νεαρό στους πρόποδες της Ακρόπολης. Ο Ποσειδώνας, στεναχωρημένος και εξοργισμένος, ζήτησε να γίνει δικαστήριο των θεών και ο Άρης να καταδικαστεί ως δολοφόνος. Οι θεοί όμως, λειτούργησαν με σοφία και αποφάσισαν να αθωώσουν τον κατηγορούμενο θεό. Η συνεδρίαση έγινε πάνω σε έναν λόφο στην περιοχή της Ακρόπολης. Από τότε ο λόφος αυτός ονομάστηκε Άρειος Πάγος, γιατί «πάγος» στην αρχαία Ελλάδα σήμαινε «βράχος». Επίσης, ίδιο όνομα έχει το ανώτατο δικαστήριο της Ελλάδας στη σύγχρονη εποχή, θυμίζοντάς μας μέχρι σήμερα τον πολεμοχαρή θεό και τις σκληρές πράξεις του.

Κείμενο: Αλέξανδρος Μιχαήλ