Apollo

Μόλις η Ήρα έμαθε ότι η Λητώ θα γεννούσε δύο παιδιά που θα είχαν για πατέρα τους τον Δία, άστραψε και βρόντηξε! «Πύθωνα!» φώναξε με δυνατή κραυγή. «Πήγαινε να βρεις τη Λητώ και να την κατασπαράξεις!». Αμέσως ο φοβερός δράκος άκουσε τις προσταγές της βασίλισσας των θεών και έτρεξε να βρει την έγκυο γυναίκα. Η Λητώ όμως, κατέφυγε στη Δήλο για να προστατευτεί και εκεί γέννησε τα δύο της παιδιά, την Άρτεμη και τον Απόλλωνα. Τη στιγμή της γέννας μάλιστα, λένε πως πάνω από το νησί πετούσαν ιεροί κύκνοι, που έκαναν εφτά κύκλους, επειδή εκείνη η μέρα ήταν η έβδομη του μήνα. Όμως, ο μικρός γιος της Λητώς δεν πρόλαβε καθόλου να ζήσει ως βρέφος, γιατί αμέσως μετά τη γέννα, η Τιτάνιδα Θέμιδα τού έδωσε να πιει νέκταρ και αμβροσία και εκείνος άρχισε να μεγαλώνει πολύ γρήγορα. Μέσα σε λίγη ώρα είχε γίνει ολόκληρο παλικάρι με πολύ όμορφη εμφάνιση και μεγάλη ευγένεια στην ψυχή του. Χωρίς να χάσει καιρό, το νεογέννητο αγόρι ανέβηκε στον Όλυμπο, πήρε την ευχή του Δία, γνωρίστηκε με τους υπόλοιπους θεούς και κατέβηκε ξανά στη γη, για να αντιμετωπίσει τον Πύθωνα, ο οποίος ζούσε στην περιοχή των Δελφών και έκανε μεγάλες καταστροφές, ενώ πολύ συχνά έτρωγε και ανθρώπους. Με τη βοήθεια των χρυσών βελών που του χάρισε ο Ήφαιστος, ο Απόλλωνας σκότωσε το αδίστακτο τέρας και οι κάτοικοι αφιέρωσαν το μαντείο της περιοχής στον σωτήρα τους. Εκεί, στο μαντείο των Δελφών, η φημισμένη μάντισσα Πυθία έγινε ιέρεια του θεού και, μασώντας φύλλα δάφνης, υποδεχόταν τους ανθρώπους και έδινε διφορούμενους χρησμούς, που ο καθένας μπορούσε να τους ερμηνεύσει διαφορετικά. Όμως, ο Απόλλωνας δεν έχει μείνει στις μνήμες των ανθρώπων ως ένας φιλοπόλεμος θεός. Το αντίθετο μάλιστα. Υπήρξε θεός του φωτός και του ήλιου, γι’ αυτό και το δεύτερο ονομά του είναι Φοίβος, που σημαίνει φωτεινός. Ήταν προστάτης της μαντικής τέχνης, της μουσικής, της ποίησης, των καλών τεχνών και της θεραπείας, ενώ σύμβολά του ήταν η κιθάρα, η λύρα, ο κύκνος και το δελφίνι. Εκτός όλων αυτών όμως, υπήρξε ο ομορφότερος θεός, δημιουργώντας έτσι την αίσθηση πως όλες οι χάρες ήταν συγκεντρωμένες πάνω του.

Κείμενο: Αλέξανδρος Μιχαήλ