Hades

Πυκνό σκοτάδι και κρύο επικρατούσε στο βασίλειο του Κάτω Κόσμου. Μία σκοτεινή και αμείλικτη φιγούρα τριγυρνούσε διαρκώς εκεί και περίμενε τις ψυχές των νεκρών για να τις φυλάξει στα υπόγεια δωμάτιά του. Αυτός ο σκληρός και άγριος θεός ήταν ο Άδης, που το όνομά του σπάνια ξεστόμιζαν θεοί και άνθρωποι, από φόβο μήπως τον εξοργίσουν. Αλλιώς τον αποκαλούσαν και Πλούτωνα, επειδή όλες οι πολύτιμες πέτρες και τα μέταλλα βρίσκονται κάτω από τη γη, στο μέρος που ήταν χτισμένο το συννεφιασμένο του παλάτι. Στο κεφάλι του φορούσε πάντα ένα κράνος που του χάρισαν οι Κύκλωπες και είχε την ιδιότητα να τον κάνει αόρατο. Στενός του συνεργάτης ήταν ο Χάροντας, ή αλλιώς Θάνατος, που μέσα στη βάρκα του καρτερούσε στη μία όχθη του ποταμού Αχέροντα τις ψυχές των ανθρώπων που πέθαιναν. Εκεί τους ζητούσε έναν οβολό για να τις περάσει απέναντι, στην άλλη όχθη. Οι συγγενείς των νεκρών συνήθιζαν να βάζουν αυτό το νόμισμα κάτω από τη γλώσσα των αγαπημένων τους ανθρώπων που έφευγαν από τη ζωή. Αν όμως δεν το έκαναν, ο Χάροντας άφηνε αυτούς τους νεκρούς μακριά από το βασίλειο του Άδη για πάντα. Οι “τυχερές” ψυχές, με οδηγό τον Θάνατο, έκαναν τη ζοφερή βαρκάδα τους στα παγωμένα νερά του ποταμού και έφταναν στην πύλη του Κάτω Κόσμου με την ελπίδα να βρουν ανάπαυση. Εκεί όμως τους περίμενε ένας φοβερός και τρομερός σκύλος με τρία κεφάλια και ουρά φιδιού, ο Κέρβερος, που φυλούσε νύχτα μέρα το σκοτεινό βασίλειο. Αλλά και μέσα στη χώρα του Άδη τα πράγματα δεν ήταν πολύ καλύτερα. Ομίχλη, καταχνιά και μαύρο χρώμα επικρατούσαν στη θλιβερή αυτή χώρα. Τα απέραντα εδάφη της ήταν στολισμένα με νεκρολούλουδα που δεν άνθιζαν ποτέ και που δεν καρποφόρησαν ούτε και όταν κάποια στιγμή ο σκληρός θεός συγκινήθηκε από τον έρωτα δύο νέων ανθρώπων, του Ορφέα και της Ευρυδίκης. Το ζευγάρι αυτό ήθελε να ζήσει ενωμένο, αλλά η Ευριδίκη είχε σκοτωθεί. Ο Ορφέας τη ζήτησε από τον Άδη και εκείνος δέχτηκε να του την δώσει με τον όρο ο νεαρός να μην την αντικρίσει μέχρι να ανεβούν στη γη. Αυτός όμως δεν άντεξε, την κοίταξε και έτσι αυτή η μοναδική καλή πράξη του Πλούτωνα βάφτηκε με σκούρα χρώματα και δεν ολοκληρώθηκε ποτέ.

Κείμενο: Αλέξανδρος Μιχαήλ